• 1

FB1  PArat

Νομικα Franchise

Αν και πάντα γίνεται λόγος για τη σημασία της τεχνογνωσίας και του σήματος ως ουσιωδών συστατικών στοιχείων του franchise, ωστόσο και τα δύο αυτά στοιχεία θα πρέπει να συμπληρώνονται από τη διαρκή υποστήριξη την οποία καλείται να παράσχει ο Δικαιοπάροχος στους Δικαιοδόχους του καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης. Συνεπώς, και η διαρκής υποστήριξη συνιστά βασικό στοιχείο της σύμβασης δικαιόχρησης αφού μέσω αυτής μεταφέρεται κατά τρόπο διαρκή η τεχνογνωσία του συστήματος στο Δικαιοδόχο, την οποία ο τελευταίος έχει ανάγκη για να εξελίξει εμπορικά την επιχείρησή του.

Όπως κάθε σύμβαση ορισμένου χρόνου, έτσι και η σύμβαση δικαιόχρησης, κατά βάση, τερματίζεται στη συμφωνηθείσα μεταξύ των μερών λήξη της. Η τυχόν εξακολούθησή της εξαρτάται από τις εκάστοτε συμβατικές διατάξεις που τυχόν έχουν συμφωνηθεί μεταξύ Δικαιοπαρόχου και Δικαιοδόχου.

Κατωτέρω, θα εξετάσουμε τρεις περιπτώσεις:

  • Την περίπτωση έλλειψης συμβατικής πρόβλεψης για τη ρύθμιση του θέματος
  • Τη σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης
  • Τη μη σιωπηρή ανανέωση της σύμβασης

Ο καθορισμός και η διαχείριση των ανταλλαγμάτων/αμοιβών σε ένα σύστημα δικαιόχρησης αποτελεί ουσιώδες αντικείμενο της στρατηγικής της δικαιόχρησης, λαμβανομένου υπόψη ότι η επιχείρηση του Δικαιοπαρόχου δεν μπορεί να είναι ελαστική. Συγκεκριμένα, οι επιχειρήσεις εν γένει προβαίνουν σε μόνιμες ή προσωρινές προσαρμογές στην τιμή πώλησης που χρεώνουν τους πελάτες τους, μεταβάλλουν τα προϊόντα τους, τα εμπορεύματά τους ή την παροχή υπηρεσιών τους, σε μία προσπάθεια βελτίωσης της οικονομικής τους κατάστασης, δουλεύουν με τους προμηθευτές τους για τη μείωση του κόστους των ακατέργαστων υλών και διαχειρίζονται τα εσωτερικά έξοδα για τον ίδιο λόγο. Αυτές είναι συνήθεις επιχειρηματικές στρατηγικές.

Σε ένα μεγάλο ποσοστό, αυτές οι στρατηγικές δεν είναι διαθέσιμες στους δικαιοπάροχους. Από τη στιγμή που οι αμοιβές δικαιόχρησης, τα συνεχή δικαιώματα εκμετάλλευσης (royalty fees), και οι άλλες αμοιβές έχουν καθοριστεί, ο δικαιοπάροχος περιορίζεται στις προσαρμογές που μπορεί να κάνει, με την εξαίρεση των μελλοντικών δικαιοδόχων, των δικαιοδόχων που ανανεώνουν τη σύμβαση ή της περίπτωσης διενέργειας μεγάλης διαρκείας και υψηλού κόστους διαπραγματεύσεων με τους ήδη υπάρχοντες δικαιοδόχους.

Η καθιέρωση των αμοιβών στη δικαιόχρηση στηρίζεται σε λεπτές ισορροπίες. Θέτοντας τις αμοιβές πολύ ψηλά αφήνεται πολύ μικρό περιθώριο εσόδων στους δικαιοδόχους ώστε να υπάρχει κίνδυνος να καταστεί δυσχερής η πώληση νέων δικαιοχρήσεων. Από την άλλη, θέτοντας τις αμοιβές πολύ χαμηλά δημιουργείται για τον δικαιοπάροχο ανεπαρκές εισόδημα με το οποίο αδυνατεί να παράσχει στους δικαιοδόχους τις υπηρεσίες που χρειάζονται και μένει το σύστημα χωρίς τα κατάλληλα εφόδια για την συνέχιση της λειτουργίας και εξάπλωσής του και για την απόδοση επαρκών κερδών.

Συχνά, είναι αυτή η μη ελαστικότητα που προκαλεί οικονομική δυσκολία στους δικαιοπάροχους. Το πρόβλημα, κάποιες φορές, χειροτερεύει λόγω της μεθοδολογίας που χρησιμοποιείται στην αρχή για το καθορισμό των αμοιβών. Οι αμοιβές συχνά καθορίζονται απλώς για να εξασφαλίσουν την ανταγωνιστικότητα του εκάστοτε δικαιοπαρόχου έναντι άλλων δικαιοπαρόχων αντί να καθορίζονται σε οικονομικά εύλογες τιμές που διασφαλίζουν την αποδοτικότητα και του δικαιοπαρόχου και του δικαιοδόχου. Σε μία μη ελαστική 'βιομηχανία', όπως της δικαιόχρησης, όλοι αυτοί οι παράγοντες κάνουν την καθιέρωση ενιαίων, και κυρίως παγίων, συνεχών αμοιβών προβληματική.

ΕΙΔΗ ΑΜΟΙΒΩΝ

Υπάρχουν διαφορετικές πηγές εσόδων διαθέσιμες στους δικαιοπάροχους. Ενώ κάθε σύστημα δικαιόχρησης είναι διαφορετικό, αυτές οι αμοιβές γενικώς περιλαμβάνουν:

Α. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΙΣΟΔΟΥ

§ Αμοιβή Εισόδου στο Σύστημα Δικαιόχρησης (για την παραχώρηση της περιοχής, των δικαιωμάτων επί της τεχνογνωσίας κλπ)

§ Αμοιβή Αρχικής Εκπαίδευσης

§ Αμοιβή Αρχικής Υποστήριξης

Β. ΣΥΝΕΧΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

§ Αμοιβή συνεχούς δικαιώματος εκμετάλλευσης

§ Αμοιβή συνεχούς εκπαίδευσης

§ Αμοιβή συνεχούς υποστήριξης

Γ. Αμοιβή Διαφήμισης/Μάρκετινγκ (η οποία στην ουσία εντάσσεται στις δυο προηγούμενες κατηγόριες)

§ Αρχική και συνεχόμενη εθνική/περιφερειακή συνεισφορά κεφαλαίου

ΜΕΘΟΔΟΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΔΟΜΗΣ ΑΜΟΙΒΩΝ ΣΥΝΕΧΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ

Όπως προαναφέρθηκε, ο καθορισμός των συνεχών δικαιωμάτων είναι μία άσκηση ισορροπίας. Οι αμοιβές πρέπει να παρέχουν επαρκές εισόδημα για να υποστηρίξουν τον δικαιοπάροχο και την ίδια ώρα πρέπει να είναι οικονομικά ανεκτές για τον δικαιοδόχο.

Κάθε δικαιοδόχος υποθέτει ότι με σκληρή δουλειά η επένδυσή του στη δικαιόχρηση θα επιφέρει κέρδη. Οι δικαιοπάροχοι πρέπει να διασφαλίσουν ότι μετά την πληρωμή της αμοιβής του συστήματος, το υπόλοιπο εισόδημα θα αποτελεί επαρκές κέρδος για τον δικαιοδόχο. Οι δικαιοπάροχοι πρέπει να καθορίζουν οι ίδιοι ποιο είναι το κατώτατο αποδεκτό κέρδος για τους δικαιοδόχους τους. Για να επιτευχθεί αυτό είναι απαραίτητος ο καθορισμός του οικονομικού μοντέλου του καταστήματος. Παρόλο που ο καθορισμός της απόδοσης του τυπικού ή μέσου καταστήματος δεν θα εξασφαλίσει ότι η δομή των αμοιβών θα είναι κατάλληλη για όλους τους δικαιοδόχους, είναι όμως ίσως το πρωτεύον διαθέσιμο εργαλείο.

Η σχεδίαση οικονομικών μοντέλων από τους δικαιοπάροχους περιλαμβάνει ενδεικτικά μία ανάλυση:

1. Του υπάρχοντος κέρδους του συστήματος

2. Της προβλεπόμενης εξάπλωσης ή συστολής του συστήματος

3. Της εξέτασης των υπηρεσιών του δικαιοπαρόχου στους δικαιοδόχους

4. Του προσδιορισμού του αποδεκτού κέρδους για τον δικαιοπάροχο

Συχνότερα οι δικαιοπάροχοι καθορίζουν την αμοιβή συνεχούς δικαιώματος εκμετάλλευσης βάσει ενός ποσοστού επί των μεικτών πωλήσεων του δικαιοδόχου.

Υπάρχουν πολλές παραλλαγές που χρησιμοποιούνται από τους δικαιοπάροχους. Μερικές από τις πιο συχνές δομές των αμοιβών περιλαμβάνουν:

ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΜΕΙΚΤΩΝ ΚΕΡΔΩΝ

Αυτή είναι η πιο διαδεδομένη δομή αμοιβών. Ο δικαιοδόχος δίνει αναφορά για τα μεικτά κέρδη, λαμβάνοντας υπόψη ποσά όπως φόροι, χρέη, επιστροφές κτλ.. Η συνεχής αμοιβή δικαιωμάτων εκμετάλλευσης υπολογίζεται εφαρμόζοντας το αμετάβλητο ποσοστό στα ρυθμισμένα μεικτά κέρδη.

ΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΜΗΝΙΑΙΩΝ ΠΩΛΗΣΕΩΝ

ΜΕΙΩΤΕΟ ΠΟΣΟΣΤΟ – ΜΗΝΙΑΙΕΣ ΠΩΛΗΣΕΙΣ

Αυτή η δομή δύναται να χρησιμοποιηθεί από ορισμένους δικαιοπάροχους με την πεποίθηση ότι η μείωση του ποσοστού της συνεχούς αμοιβής δικαιωμάτων εκμετάλλευσης στις αυξημένες πωλήσεις είναι πιο δίκαιη για τον δικαιοδόχο, αφού περιλαμβάνει επιπλέον αμοιβή για ανώτερη απόδοση ενώ εξακολουθεί να παρέχει στον δικαιοπάροχο ένα αποδεκτό ρυθμό εσόδων. Μάλιστα, υποστηρίζεται ότι το μειωμένο ποσοστό ενθαρρύνει τους δικαιοδόχους να αναφέρουν τις πωλήσεις τους με περισσότερη ακρίβεια.

Ο δικαιοπάροχος καθορίζει διαφορετικές αμοιβές συνεχούς δικαιώματος εκμετάλλευσης για τα διάφορα επίπεδα μηνιαίων πωλήσεων. Με την αύξηση των μηνιαίων πωλήσεων, η αμοιβή για τα συνεχή δικαιώματα εκμετάλλευσης μειώνεται.

ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΗ αμοιβή συνεχούς δικαιώματος εκμετάλλευσης

Εν προκειμένω, η αμοιβή συνεχούς δικαιώματος εκμετάλλευσης είναι μία αμετάβλητη-πάγια αμοιβή και δεν επηρεάζεται από τις πωλήσεις των μονάδων. Ο δικαιοπάροχος έχει εγγυημένα αμετάβλητα έσοδα κάθε μήνα, ενώ ο δικαιοδόχος απολαμβάνει το πλήρες όφελος των αυξημένων πωλήσεων μονάδων. Η αμετάβλητη αμοιβή συνεχούς δικαιώματος εκμετάλλευσης είναι παρόμοια με μία εμπορική μίσθωση χωρίς να επηρεάζεται από τις πωλήσεις.

ΕΛΛΕΙΨΗ αμοιβής συνεχούς δικαιώματος εκμετάλλευσης

Στα συστήματα δικαιόχρησης, στα οποία ο δικαιοπάροχος κερδίζει εισοδήματα από την πώληση εμπορεύματος ή υπηρεσιών στους δικαιοδόχους του, το ποσό που εισπράττει για αυτές τις πωλήσεις και τις υπηρεσίες συχνά αντιστοιχεί και υποκαθιστά τη συνεχή αμοιβή δικαιώματος εκμετάλλευσης.

Οι ανωτέρω επιγραμματικά αναφερόμενες μέθοδοι προσδιορισμού διαρκών ανταλλαγμάτων ενδεχομένως να φαντάζουν 'πολυτέλεια' στα μάτια Δικαιοπαρόχου, ο οποίος, έχοντας ετοιμάσει ένα Σύστημα Δικαιόχρησης, ανυπομονεί για την άμεση προώθησή του στην αγορά και την άμεση εύρεση Δικαιοδόχων, μη διαθέτοντας τον επαρκή χρόνο για τον αναλογισμό των ανωτέρω παραγόντων. Ωστόσο, από την απλή ανάγνωση αυτών, είναι σε θέση να κατανοήσει την αναγκαιότητα έστω του προβληματισμού του επί αυτών για την έναρξη, καθιέρωση και συνεχή επιτυχία του Συστήματός του στην οικεία αγορά και στην αγορά γενικότερα. Σε κάθε περίπτωση, ο εκάστοτε Δικαιοπάροχος θα μπορεί να απευθυνθεί – και συνίσταται να το κάνει - σε εξειδικευμένους συμβούλους οι οποίοι θα κατανοήσουν το Σύστημα αλλά και το όραμά του και θα τον βοηθήσουν ουσιαστικά στην επιλογή του καταλληλότερου μοντέλου για το δικό του, μοναδικό Σύστημα Δικαιόχρησης.

****************

- ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ

LL.M. HARVARD, Η.Π.Α.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΧΡΗΣΗΣ (FRANCHISING) ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΝΟΜΗΣ

ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ FRANCHISING ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ FRANCHISE ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

- YΠΑΠΑΝΤΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ-D.E.S.S. LYON III, FRANCE

Κυρίαρχο διακριτικό γνώρισμα του franchise

 

Η εφαρμογή και ανάπτυξη μιας πρωτότυπης επιχειρηματικής ιδέας με τη μέθοδο του franchise, προϋποθέτει την θέση σε λειτουργία ενός ολόκληρου συστήματος διακριτικών γνωρισμάτων τα οποία συνίστανται συνήθως και κατά κύριο λόγο:

> στην κοινή πινακίδα που αναρτάται στο σημείο πώλησης, η οποία συνήθως αντικατοπτρίζει το σήμα του Δικτύου.

> στο σήμα το οποίο τίθεται πάνω στα διατιθέμενα προϊόντα.

> στην ενιαία οπτική εμφάνιση του σημείου -εξωτερική και εσωτερική- όπως αυτή προσδιορίζεται από κοινά αρχιτεκτονικά σχέδια, διαρρύθμιση, διακόσμηση, κ.λπ.

 

Σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, ο Δικαιοπάροχος θα πρέπει να έχει στην κυριότητα ή στη νόμιμη χρήση του τα δικαιώματα επί των διακριτικών γνωρισμάτων (επωνυμίας, σήματος, κ.λπ.) του Δικτύου του, τα οποία παραχωρεί προς χρήση στους Δικαιοδόχους του, και αυτό να συμβαίνει καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Συνεπώς, ο Δικαιοπάροχος θα πρέπει να είναι είτε κύριος/ δικαιούχος του σήματος ή, ελλείψει κυριότητας σε αυτό, να είναι αδειούχος χρήσης του σήματος (licensor).

Σε κάθε περίπτωση, η προστασία του εμπορικού σήματος ανέρχεται στα δέκα χρόνια με δυνατότητα επ’ αόριστον ανανέωσης για άλλα δέκα έτη. Από την άλλη μεριά, μια σύμβαση δικαιόχρησης μπορεί να έχει διάρκεια, συνήθως μικρότερη των δέκα ετών, αλλά ενδεχομένως και μεγαλύτερη από αυτήν. Παράλληλα, η κάθε σύμβαση δικαιόχρησης υπογράφεται σε διαφορετική ημερομηνία έτσι ώστε καθεμιά να λήγει και σε διαφορετική ημερομηνία. Συνεπώς, όπως είναι φυσικό, ο Δικαιοπάροχος συχνά υπογράφει συμβάσεις η λήξη των οποίων είναι μεταγενέστερη αυτής της λήξης της τρέχουσας δεκαετούς προστασίας του σήματός του.

Προκύπτει λοιπόν το θέμα της μη εξασφάλισης των Δικαιοδόχων αναφορικά με το ότι ο Δικαιοπάροχος θα ανανεώσει το δικαίωμά του επί του σήματος είτε τούτο είναι αυτό της κυριότητας είτε της άδειας χρήσης (license). Βεβαίως, εάν ο Δικαιοπάροχος δεν προβεί στην εν λόγω ανανέωση, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις ευθύνες που θα ανακύψουν απέναντι στους Δικαιοδόχους του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σκόπιμη κρίνεται η ρητή αναφορά στο κείμενο της σύμβασης της συνεχούς μέριμνας του Δικαιοπαρόχου αναφορικά με τη διατήρηση της προστασίας του σήματός του, της άμεσης ενημέρωσης για τυχόν προσβολές τρίτων και της λήψης μέτρων για την προστασία του.

Περαιτέρω, στην περίπτωση κατά την οποία ο Δικαιοπάροχος είναι νομικό πρόσωπο που εκπροσωπείται νόμιμα από το φυσικό πρόσωπο εκείνο στο οποίο ανήκει η ιδέα του συγκεκριμένου Συστήματος Δικαιόχρησης, είναι πιθανό το φυσικό πρόσωπο να μην έχει παραχωρήσει το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του σήματος στο νομικό αυτό πρόσωπο –εσκεμμένα ή μη- έτσι ώστε να δημιουργούνται μη νομότυπες καταστάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Δεοντολογίας και τη σχετική νομολογία άλλων χωρών, ακόμα και σε ακύρωση της σύμβασης δικαιόχρησης. Βεβαίως, στην Ελλάδα δεν συναντάμε ακόμα τέτοια προσβολή της σύμβασης καθόσον υφίστανται πολλά άλλα θέματα προς ρύθμιση αναφορικά με το franchise, όμως καλό είναι να διερωτόμαστε και να ανησυχούμε αναφορικά με το πού μπορεί να οδηγήσουν παρατυπίες στη σωστή νομική οργάνωση του Δικτύου, όταν πια το franchise θα έχει ενταχθεί σε ένα συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο.

Είναι δε θέμα απόφασης του Δικαιοπαρόχου εάν επιθυμεί να διατηρήσει ως φυσικό πρόσωπο το σήμα – εάν ως τέτοιο το είχε κατοχυρώσει πριν την ανάπτυξη του Δικτύου του – παραχωρώντας άδεια χρήσης στο νομικό πρόσωπο που ενδεχομένως θα συστήσει για την καλύτερη οργάνωση του Δικτύου του, ή εάν θα μεταβιβάσει το σήμα του εξ’ολοκλήρου στο νομικό πρόσωπο αυτό που προτίθεται να συστήσει.

Εξάλλου, το σήμα του Συστήματος, θα πρέπει να έχει κατοχυρωθεί, όχι μόνο στις κλάσεις στις οποίες αντιστοιχούν τα προϊόντα που διατίθενται από το Δίκτυο- όταν αυτό αφορά σε διάθεση προϊόντων- αλλά και στις κλάσεις των υπηρεσιών που αντιστοιχούν στην ‘ιδιότητα’ του Δικαιοπαρόχου, δηλαδή ενδεικτικά στις κλάσεις 35 και 42. Συχνά, συναντάται η περίπτωση επιχείρησης η οποία, πριν ‘χρηστεί’ Δικαιοπάροχος, είχε καταθέσει το σήμα της στις κλάσεις των συγκεκριμένων προϊόντων και/ή υπηρεσιών τα οποία διέθετε, χωρίς να ληφθεί υπόψιν, έστω και εκ των υστέρων, ότι με την ανάπτυξή της με τη μέθοδο του franchise εισέρχεται και σε νέες υπηρεσίες όπως η διοίκηση επιχείρησης, η διαφήμιση κλπ. οι οποίες πρέπει επίσης να προστατευθούν. Τα ανωτέρω συνηγορούν, επομένως, στην ανάγκη διερεύνησης του θέματος και στη συνέχεια επέκτασης της προστασίας του ήδη κατοχυρωμένου σήματος και σε κλάσεις όπως κυρίως η 35 και/ή η 42.

Θεωρείται αυτονόητο ότι ο Δικαιοπάροχος καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του Δικτύου του θα πρέπει να προστατεύει το σήμα του. Οι Δικαιοδόχοι είναι υποχρεωμένοι να βοηθούν τον Δικαιοπάροχο προς εκπλήρωση αυτού του σκοπού και μάλιστα σκόπιμο είναι να προβλέπεται και η συγκεκριμένη υποχρέωση μέσα στη σύμβαση.

Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο για ένα Δικαιοπάροχο από το να βρεθεί αντιμέτωπος με προσβολές τρίτων στο σήμα του έτσι ώστε να κρίνεται η βιωσιμότητα αυτού ή, ακόμη χειρότερα, η παντελής έλλειψη κατοχύρωσης από τον Δικαιοπάροχο οιουδήποτε σήματος για το Δίκτυο. Για το λόγο αυτό, κρίνεται απαραίτητη, πριν ακόμη οποιαδήποτε υπογραφή σύμβασης με Δικαιοδόχο, η μέριμνα και ρύθμιση όλων των θεμάτων που αφορούν στο βασικό σήμα του Δικτύου ενώπιον της αρμόδιας Αρχής, η οποία στη χώρα μας είναι το Υπουργείο Ανάπτυξης. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που το σήμα έχει νόμιμα κατοχυρωθεί, ο Δικαιοπάροχος θα πρέπει να μεριμνά και παρακολουθεί την πορεία του σήματός του προκειμένου να είναι δυνατό να προλάβει και να αντιδράσει εγκαίρως σε τυχόν προσβολή αυτού.

Μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασης δικαιόχρησης για οποιοδήποτε λόγο, ο πρώην Δικαιοδόχος υποχρεούται να σταματήσει αμέσως τη χρήση των σημάτων του Δικαιοπαρόχου και των λοιπών διακριτικών του γνωρισμάτων, άλλως κινδυνεύει να εναχθεί από τον Δικαιοπάροχο για αθέμιτο ανταγωνισμό.

Βεβαίως, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να ληφθεί υπόψη ότι δεν είναι εκ των πραγμάτων εφικτή η άμεση, κατά τη λύση ή λήξη μιας σύμβασης δικαιόχρησης, παύση χρήσης των διακριτικών γνωρισμάτων του Δικτύου από το Δικαιοδόχο. Ιδιαίτερο μάλιστα πρόβλημα δημιουργείται με την ύπαρξη αποθεμάτων (stock) προϊόντων με το σήμα του Δικαιοπαρόχου στις αποθήκες του Δικαιοδόχου κατά τη στιγμή της λύσης. Δικαιότερη λύση θεωρείται η χορήγηση από τον Δικαιοπάροχο μιας περιόδου χάριτος στο Δικαιοδόχο, εντός της οποίας θα μπορέσει ο τελευταίος να πωλήσει τα προϊόντα που του έχουν απομείνει, άλλως, η ανάληψη αυτών από τον Δικαιοπάροχο στην αγοραία αξία τους ή σε τίμημα εύλογο και για τα δυο μέρη.

 Για το λόγο αυτό θα πρέπει και ο Δικαιοπάροχος να σταθμίζει το χρόνο που απαιτείται προκειμένου ο Δικαιοδόχος να συμμορφωθεί με αυτή του την υποχρέωση και να  μην προβαίνει κακόπιστα σε ενέργειες κατά του Δικαιοδόχου. Με τον τρόπο αυτό, και ο Δικαιοδόχος αποδεσμεύεται από ένα Σύστημα το οποίο δεν ήταν, όπως αποδείχθηκε, το κατάλληλο για αυτόν, με την ελάχιστη δυνατή ζημία αλλά και ο Δικαιοπάροχος αποφεύγει τις άσκοπες δικαστικές διαμάχες που μετά βεβαιότητας στιγματίζουν το Δίκτυό του δυσχεραίνουν την γρήγορη ανάπτυξή του και βλάπτουν τη φήμη του.

LET'S TALK FRANCHISE
No Internet Connection