• 1

FB1  PArat

Νομικα Franchise

Κατά τα γενόμενα μέχρι σήμερα δεκτά από θεωρία και νομολογία, ως franchising νοείται η συμφωνία με την οποία μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος) παραχωρεί σε μια άλλη επιχείρηση (δικαιοδόχο), έναντι οικονομικού ανταλλάγματος το δικαίωμα εκμετάλλευσης υλικών ή/και άυλων προϊόντων ή/και υπηρεσιών με σκοπό την πώλησή τους σε τελικούς καταναλωτές από τον δικαιοδόχο, αλλά και με την πρόσθετη υποχρέωση του δικαιοπαρόχου για εξασφάλιση συνεχούς εμπορικής ή/και τεχνικής βοήθειας προς τον δικαιοδόχο.

Από την άλλη, ως licensing νοείται η συμβατική μέθοδος που χρησιμοποιείται διεθνώς για την ανάπτυξη και την εκμετάλλευση πνευματικής ιδιοκτησίας, η οποία συνίσταται στη μεταβίβαση δικαιωμάτων χρήσης αυτής σε τρίτους, χωρίς τη μεταβίβαση δικαιώματος κυριότητας επ'αυτής.

Ο ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟΔΟΧΟ  ΚΑΤΑ ΤΗ ΛΥΣΗ/ΛΗΞΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ FRANCHISING

Το τέλος κάθε σύμβασης είναι αυτονόητη συνέπειά της και άλλοτε επέρχεται ομαλά (π.χ. με λήξη του χρόνου ισχύος, με συμφωνία των μερών κλπ) οπότε ομιλούμε για λύση της σύμβασης, άλλοτε δε ανώμαλα (π.χ. με καταγγελία), οπότε ομιλούμε για λήξη της σύμβασης.

Είναι συνήθης σχεδόν σε κάθε συμφωνία δικαιόχρησης, η ρήτρα με την οποία ο Δικαιοπάροχος επιβάλλει στους Δικαιοδόχους του να προμηθεύονται τα προϊόντα του Συστήματος, κατ' αποκλειστικότητα ή σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα, είτε απευθείας από τον ίδιο είτε από υποδεικνυόμενους από αυτόν προμηθευτές.

Όπως είναι γνωστό, τα συμβαλλόμενα μέρη στη σχέση και σύμβαση franchising διατηρούν κατά πάντα χρόνο τη νομική ανεξαρτησία τους. Έτσι, παρόλο που γίνεται γενικά αποδεκτό ότι η σύμβαση δικαιόχρησης είναι σύμβαση προσχωρήσεως του ασθενέστερου μέρους, ήτοι του δικαιοδόχου, σε μια σχέση της οποίας οι κανόνες και βασικές αρχές διαμορφώνονται και υπαγορεύονται από το ισχυρότερο μέρος, ήτοι τον δικαιοπάροχο, ωστόσο ο δικαιοδόχος είναι ένας ανεξάρτητος έμπορος, ο οποίος διοικεί την επιχείρησή του με ίδιο κίνδυνο και για δικό του λογαριασμό.

LET'S TALK FRANCHISE
No Internet Connection