Όπως είναι γνωστό, τα συμβαλλόμενα μέρη στη σχέση και σύμβαση franchising διατηρούν κατά πάντα χρόνο τη νομική ανεξαρτησία τους. Έτσι, παρόλο που γίνεται γενικά αποδεκτό ότι η σύμβαση δικαιόχρησης είναι σύμβαση προσχωρήσεως του ασθενέστερου μέρους, ήτοι του δικαιοδόχου, σε μια σχέση της οποίας οι κανόνες και βασικές αρχές διαμορφώνονται και υπαγορεύονται από το ισχυρότερο μέρος, ήτοι τον δικαιοπάροχο, ωστόσο ο δικαιοδόχος είναι ένας ανεξάρτητος έμπορος, ο οποίος διοικεί την επιχείρησή του με ίδιο κίνδυνο και για δικό του λογαριασμό.

Το άρθρο 1 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Δεοντολογίας για το Franchise ορίζει ότι η δικαιόχρηση είναι ένα σύστημα εμπορευματοποίησης προϊόντων και/ή υπηρεσιών που βασίζεται σε μια συνεχή και στενή σχέση συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων νομικά και οικονομικά χωριστών και ανεξάρτητων.

Ενόψει της αρχής της ανεξαρτησίας αυτής του δικαιοδόχου:

α. ο τελευταίος διατηρεί δική του χωριστή επιχείρηση, ατομική ή με τη μορφή εταιρείας

β. ο ίδιος υπόκειται στις ασφαλιστικές και φορολογικές υποχρεώσεις της επιχείρησής του

γ. ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του

δ. συναλλάσσεται απευθείας με τους πελάτες του

ε. συνάπτει ο ίδιος τις απαραίτητες συμβάσεις για την εκμετάλλευση της επιχείρησής του (ενδεικτικά, τη σύμβαση μίσθωσης, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα τραπεζικά δάνεια, τις συμβάσεις εργασίας, τις συμβάσεις αγοράς εξοπλισμού κλπ)

στ. ευθύνεται ο ίδιος για τη διαχείριση της επιχείρησής του και διοικεί την επιχείρησή του προς όφελός του και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο

Ωστόσο, όλες οι ανωτέρω αρχές συνυπάρχουν (ή τουλάχιστον πρέπει να συνυπάρχουν) αρμονικά με τα ακόλουθα:

- παρόλο που ο δικαιοδόχος είναι ανεξάρτητος έμπορος, ο δικαιοπάροχος οφείλει να του παράσχει συνεχή υποστήριξη κατά τη διάρκεια της σύμβασης δικαιόχρησης, τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη λειτουργίας του σημείου πώλησης. Βέβαια χρειάζεται προσοχή καθώς μια υποστήριξη που θα καταλήγει 'ασφυκτική' απέναντι στο δικαιοδόχο μπορεί να προσβάλλει βάναυσα την ανεξαρτησία του αυτή.

Από την άλλη, σε περίπτωση ανεπαρκούς υποστήριξης, ο δικαιοδόχος έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο δεδομένου ότι δεν θα υφίσταται αντίστοιχο αντάλλαγμα για την πληρωμή των εκάστοτε royalties.

- προκειμένου να προστατευθεί η ταυτότητα, η ομοιομορφία και η εικόνα του Δικτύου του, ο δικαιοπάροχος θέτει ευλόγως κάποιους κανόνες στο δικαιοδόχο δεδομένου ότι πρέπει να εξασφαλίσει ότι οι κανόνες εκμετάλλευσης του Συστήματός του θα γίνονται απολύτως σεβαστοί από το σύνολο των δικαιοδόχων του Δικτύου του.

Ενόψει των ανωτέρω, ο δικαιοπάροχος ελέγχει τους δικαιοδόχους του, κυρίως μέσω επισκέψεων εντεταλμένων υπαλλήλων του ή τρίτων ατόμων που ο ίδιος εξουσιοδοτεί για τον έλεγχο αυτό (mystery shopping), με συγκέντρωση απόψεων πελατών του Δικτύου, μέσω αποστολής από τους δικαιοδόχους αναφορών σχετικών με την πορεία της επιχείρησής τους, ακόμα και με έλεγχο της τοπικής διαφήμισης που αυτοί διενεργούν. Όπως προαναφέρθηκε όμως, ένας έλεγχος πολύ αυστηρός και πιεστικός μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμό της ανεξαρτησίας του δικαιοδόχου. Από την άλλη, η απουσία ελέγχου ή η ύπαρξη χαλαρού ελέγχου από το δικαιοπάροχο μπορεί να βλάψει και εξαφανίσει την ομοιομορφία και ταυτότητα του Δικτύου και, συνεπώς, και τη μοναδικότητά του.

Συνεπώς, ο δικαιοπάροχος καλείται να βρει και θα πρέπει να βρει τη 'χρυσή τομή' μεταξύ της υποχρέωσής του για παροχή συνεχούς υποστήριξης και ελέχγου του δικαιοδόχου και του σεβασμού της ανεξαρτησίας του τελευταίου.

Ασφαλώς, συνέπεια της ύπαρξης ανεξαρτησίας του δικαιοδόχου είναι η απαλλαγή του δικαιοπαρόχου από οποιαδήποτε ευθύνη σχετικά με την επιχείρηση του δικαιοδόχου αυτού. Ωστόσο, σε περίπτωση ύπαρξης υπαίτιας και ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου, η ευθύνη του θα πρέπει να αναζητείται και να του αποδίδεται.

Σε περίπτωση λοιπόν μη ύπαρξης σφάλματος ή υπαίτιας και ζημιογόνου συμπεριφοράς από πλευράς δικαιοπαρόχου, δεν μπορεί σε καμμία περίπτωση να του αποδοθεί ευθύνη είτε απέναντι στους δικαιοδόχους είτε απέναντι στους πελάτες αυτών.

Αντίθετα, αν και ο δικαιοδόχος είναι ανεξάρτητος επιχειρηματίας, υπάρχουν περιπτώσεις αναζήτησης ευθυνών από το δικαιοπάροχο, εφόσον αποδειχθεί ότι ο τελευταίος διέπραξε κάποιο σφάλμα απέναντι σε δικαιοδόχο του ή σε τρίτον.

Ενδεικτικά, σε περίπτωση συστήματος δικαιόχρησης που αφορά σε πώληση προϊόντων, εφόσον ο δικαιοπάροχος είναι ο ίδιος και προμηθευτής των προϊόντων του Συστήματος (είτε τα κατασκευάζει/παράγει ο ίδιος είτε απλώς θέτει σε αυτά το σήμα του), ο τελευταίος ευθύνεται για τυχόν ζημία οποιουδήποτε τρίτου που θα προκληθεί από ελάττωμα αυτών των προϊόντων και υπό τον όρο βεβαίως ότι θα υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ελαττωμάτων αυτών και της προσκληθείσας ζημίας. Με βάση μάλιστα και τις διατάξεις για την ευθύνη του παραγωγού, ο τελευταίος ευθύνεται αντικειμενικά για ελαττώματα των προϊόντων δηλαδή ανεξαρτήτως ύπαρξης υπαιτιότητάς του ή όχι.

Περαιτέρω, με δεδομένο ότι ο δικαιοπάροχος είναι ο δικαιούχος του σήματος και των διακριτικών γνωρισμάτων του franchise, ο δικαιοπάροχος είναι υπεύθυνος για τις διαφημιστικές και προωθητικές ενέργειες στις οποίες προβαίνει για το δίκτυό του και για τυχόν καταστρατήγηση του νόμου από αυτές.

Φυσικά, ο δικαιοπάροχος δεν ευθύνεται για τις διαφημιστικές ενέργειες στις οποίες προβαίνει ο δικαιοδόχος σε τοπικό επίπεδο και οι οποίες κατ'αρχήν αποτελούν δική του πρωτοβουλία.

Οι συνέπειες περιορισμού και/ή εξαφάνισης της ανεξαρτησίας του δικαιοδόχου από το δικαιοπάροχο δεν έχει απασχολήσει ακόμα την ελληνική νομολογία. Ωστόσο, η δυναμική ανάπτυξη του θεσμού και στην Ελλάδα θα οδηγήσει μετά βεβαιότητας στην εξέταση και τέτοιων ζητημάτων, με σκοπό να γίνει συνείδηση και στις δύο πλευρές, δικαιοπαρόχου και δικαιοδόχου, η φύση της σχέσης franchising και ο στόχος προς την εξέλιξη και όχι τη διαστρέβλωση αυτής.

Αυτό ισχύει, βεβαίως, και για τις δύο πλευρές εξίσου, καθόσον, όσο συναντώνται δικαιοπάροχοι που δεν αφήνουν τους δικαιοδόχους τους να ενεργούν ως ανεξάρτητοι επιχειρηματίες παρεισφρύοντας σε κάθε απόφαση της επιχείρησής τους, άλλο τόσο συναντώνται και δικαιοδόχοι οι οποίοι, λόγω ευθυνοφοβίας και ανασφάλειας, προτιμούν να απευθύνονται για οτιδήποτε στο δικαιοπάροχο, αντιλαμβανόμενοι τη θέση τους, όχι ως θέση επιχειρηματία, αλλά ως μια θέση εργαζόμενου ή υπαλλήλου απέναντι στον εργοδότη.

Εξάλλου, σημειώνουμε, όλως ενδεικτικώς, ότι οι συνέπειες καταστρατήγησης της ανεξαρτησίας του δικαιοδόχου στη σύμβαση franchise έχει οδηγήσει δικαστήρια του εξωτερικού (σε αλλοδαπές έννομες τάξεις), στην ακύρωση της σύμβασης δικαιόχρησης λόγω καταχρηστικής εκμετάλλευσης της οικονομικής σχέσης εξάρτησης του δικαιοδόχου από το δικαιοπάροχο, στο χαρακτηρισμό της σχέσης ως σχέσης εργοδότη-εργαζόμενου κλπ.

Συμπερασματικά, καταλήγουμε ότι η φύση της σχέσης δικαιοπαρόχου – δικαιοδόχου, λόγω της ιδιομορφίας της, καθιστά δυσχερή την κατανόησή της και, συνεπώς, την ορθή και προσήκουσα αντιμετώπισή της από τα μέρη. Αυτό συμβαίνει γιατί, ενώ σε επιχειρηματικό επίπεδο ο δικαιοδόχος είναι στην ουσία μερικώς ανεξάρτητος έναντι του δικαιοπαρόχου, καθώς υποχρεούται να τηρεί συγκεκριμένη εμπορική πολιτική υπαγορευόμενη από το δικαιοπάροχο, αυτή η σχέση σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επεκτείνεται σε όλα τα επίπεδα, αφού σε κάθε περίπτωση ο δικαιοδόχος πρέπει να απολαμβάνει κατά πάντα χρόνο, σε ένα υγιές franchise, απόλυτη νομική και οικονομική ανεξαρτησία έναντι του δικαιοπαρόχου .

- ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ, LL.M. HARVARD, Η.Π.Α.

ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ & ΓΕΝ.ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ FRANCHISE ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

- YΠΑΠΑΝΤΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ, D.E.S.S. LYON III, FRANCE

LET'S TALK FRANCHISE
No Internet Connection