Η επιχειρηματικότητα αναγνωρίζεται, πλέον, ως ένας σημαντικός παράγοντας που καθορίζει την οικονομική ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση. Επιπλέον, στο πλαίσιο της νέας κοινωνικοοικονομικής εποχής που διανύουμε, έχει αυξηθεί η ανάγκη για καινοτομία και έχει επικεντρωθεί η προσοχή μας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ως οχήματα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, της γνώσης και της οικονομικής ανάπτυξης. Ο κλάδος του franchising συγκεντρώνει τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά των λιτών και ευέλικτων δομών και βασίζεται περισσότερο στους ανθρώπους, στη γνώση και στις ιδέες και λιγότερο στους φυσικούς πόρους και στο κεφάλαιο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναδεικνύεται η ικανότητά του εντός του σημερινού επιχειρηματικού περιβάλλοντος και δικαίως διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

Η επιχειρηματικότητα συγκεντρώνει συνέχεια το ενδιαφέρον τόσο των οικονομικών επιστημών, όσο και των ίδιων των επιχειρηματιών, αλλά και των κρατών και των διεθνών φορέων. Ως όρος αποδίδεται στο γάλλο οικονομολόγο R. Cantillon, ο οποίος όρισε τον επιχειρηματία σαν το άτομο που προσπαθεί να εκμεταλλευθεί τη διαφορά τιμών ανάμεσα στην αγορά και την πώληση των αγαθών.

Σήμερα, προσδιορίζουμε τον ρόλο του επιχειρηματία να προκαλεί τις αλλαγές και ανατρέπει διαρκώς την οικονομική ισορροπία, να ανανεώνει και να ανατρέπει τις συνθήκες αγοράς και παραγωγής, αναζητώντας νέες ιδέες και εφαρμογές τεχνολογιών (Schumpeter).

Η ίδια η φύση και η πολυπλοκότητα της επιχειρηματικότητας έχει δημιουργήσει αρκετές σχολές, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ένας συγκεκριμένος ορισμός κοινής αποδοχής, ούτε αυτός του ΟΟΣΑ (1998) κατά τον οποίο, «οι επιχειρηματίες είναι οι φορείς της αλλαγής και της ανάπτυξης της οικονομίας της αγοράς, είναι εκείνοι που με τη δράση τους δημιουργούν, διαχέουν και εφαρμόζουν καινοτόμες ιδέες... δεν επιδιώκουν να αξιοποιήσουν μόνο τις οικονομικές ευκαιρίες, αλλά έλκονται από την ανάληψη κινδύνου και αρέσκονται να βλέπουν την επιβεβαίωση του προαισθήματός τους».

Η επιχειρηματικότητα αφορά σε μια διαδικασία προσδιορισμού, ανάπτυξης και εφαρμογής ενός οράματος που μπορεί να είναι μια καινοτόμα ιδέα, μια ευκαιρία ή απλά, ένας καλύτερος τρόπος να κάνεις κάτι, με αποτέλεσμα τη δημιουργία επιχείρησης σε συνθήκες σημαντικού κινδύνου και αβεβαιότητας. (Κέντρο Επιχειρηματικότητας, Πανεπιστήμιο Μαϊάμι)

Η επιχειρηματικότητα είναι η διαδικασία δημιουργίας, ή η σύλληψη μιας ευκαιρίας και η επιδίωξη εκμετάλλευσής της, ανεξάρτητα από τον έλεγχο, ή την κατοχή των μέσων υλοποίησής της. (Harvard Business School, Timmons,1994&2007)

Σύμφωνα με το Global Entrepreneurship Monitor (GEM), η επιχειρηματικότητα αφορά στις ενέργειες που έχουν σκοπό την δημιουργία νέας επιχείρησης ή νέας δραστηριότητας, ή την επέκταση ήδη υφιστάμενων επιχειρήσεων.

Τελικά, η επιχειρηματικότητα, ως επιστήμη, τέχνη και πρακτική αφορά τόσο τους δικαιοπαρόχους, όσο και τους δικαιοδόχους, με τους πρώτους να εστιάζονται στη σύλληψη και εφαρμογή της επιχειρηματικής ιδέας τους και τους δεύτερους να επικεντρώνονται περισσότερο στη διοίκηση της επιχείρησής τους.

 

ΒΑΣΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ έρευναΣ του GEM

Κάθε χρόνο, το ΙΟΒΕ, το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών, συντάσσει Ειδική Έκθεση για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, στο πλαίσιο του διεθνούς πρόγραμματος (GEM). Το Πρόγραμμα αυτό συλλέγει δεδομένα από κάθε χώρα και παρουσιάζει τα συνολικά ευρήματα στην ετήσια έκδοση του World Report on Entrepreneurship. Η πρόσφατη ανάλυση που αφορά το 2006, ανέδειξε σημαντικά στοιχεία, που αναδεικνύουν τις ελληνικές επιδόσεις και την διάθεση για αυτοαπασχόληση/ επιχειρηματικότητα, στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν, πιστεύουμε, μικρή πτώση για την περίοδο 2007 – 2008, κατά την οποία προβάλλει η δυνατότητα του franchise να συνδυάσει την επιχειρηματικότητα με τις ιδανικές συνθήκες υψηλών ποσοστών επιτυχίας.

-        Κατά το 2006 στην Ελλάδα σχεδόν το 16% του πληθυσμού (περίπου 1,1 εκατ. άτομα) όσο περίπου και το 2005, σχετίζεται με κάποιου τύπου επιχειρηματική δραστηριοποίηση είτε αυτή είναι καθιερωμένη, είτε έχει μόλις ξεκινήσει ή πρόκειται να ξεκινήσει σύντομα.

-        Διαρθρωτικά, το 8,24% (περίπου 560 χιλ. άτομα) ήταν Καθιερωμένοι Επιχειρηματίες, συμμετείχαν δηλαδή στην ιδιοκτησία ολοκλήρου ή μέρους ενός επιχειρηματικού εγχειρήματος το οποίο λειτουργεί για διάστημα τουλάχιστον 42 μηνών. Είναι η 2η υψηλότερη επίδοση στην Ευρώπη και ερμηνεύεται ως ένα βαθμό από την υψηλή αυτοαπασχόληση στην Ελλάδα.

-        Ένα 7,9% του πληθυσμού (περίπου 537 χιλ. άτομα) βρισκόταν το 2006 στα αρχικά στάδια έναρξης κάποιας επιχειρηματικής δραστηριότητας (συμπεριλαμβανομένης της αυτοαπασχόλησης), ήταν δηλαδή επίδοξος ή νέος επιχειρηματίας. Πρόκειται για σημαντική – τρίτη κατά σειρά - αύξηση σε σχέση με το 2005 (6,5% το 2005), επίδοση που αποτελεί την 4η υψηλότερη μεταξύ 21 ευρωπαϊκών χωρών που συμμετέχουν στο GEM to 2006.

-        Το 5,6% (περίπου 380 χιλ. άτομα) του πληθυσμού, δηλαδή περίπου το 70% των παραπάνω επιχειρηματιών αρχικών σταδίων, ήταν Επίδοξοι Επιχειρηματίες. Είχαν δηλαδή κατά το τελευταίο 12-μηνο ξεκινήσει κάποιες προκαταρκτικές ενέργειες στην κατεύθυνση έναρξης ενός νέου εγχειρήματος ή λειτουργούσαν ήδη ένα εγχείρημα το πολύ έως τρεις μήνες. Είναι η 4η υψηλότερη επίδοση στην Ευρώπη και παρουσιάζει επίσης αύξηση σε σχέση με το 2005 (5,2%).

-        Ένα 2,3% (περίπου 156 χιλ. άτομα) είναι Νέοι Επιχειρηματίες, ήταν δηλαδή ιδιοκτήτες ή διηύθυναν ένα νέο εγχείρημα που λειτουργούσε για τουλάχιστον τρεις, αλλά όχι περισσότερους από 42 μήνες. Η άνοδος σε σχέση με το 2005 είναι επίσης σημαντική (1,6%) καθώς φαίνεται να ανακόπτεται η πτωτική τάση των προηγούμενων ετών: αρκετοί από τους αυξημένους επίδοξους επιχειρηματίες των προηγούμενων ετών πράγματι προχώρησαν το 2006 στην υλοποίηση του εγχειρήματός τους.

-        Υποχωρεί ελαφρά η πρόθεση επιχειρηματικότητας καθώς ένα 14,2% (περίπου 965 χιλ. άτομα) δηλώνει ότι έχει σκοπό να ξεκινήσει κάποιου είδους επιχειρηματική δραστηριοποίηση (συμπεριλαμβανομένης της αυτοαπασχόλησης) εντός της επόμενης τριετίας. Το 2005 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 15,4%, όμως παρά την υποχώρηση, η επίδοση είναι η 5η υψηλότερη στην Ευρώπη (ευρωπαϊκός μέσος όρος στο 11% περίπου).

-        Κατά το 2006 ένα ποσοστό της τάξης του 2,7% (περίπου 181 χιλ. άτομα) του ενεργού πληθυσμού δηλώνει ότι διέκοψε, ανέστειλε τη λειτουργία ή παραιτήθηκε από μια επιχείρηση την οποία κατείχε ή/και συμμετείχε στη διοίκησή της. Ο δείκτης αναστολής της επιχειρηματικής δραστηριότητας μπορεί να περιορίζεται οριακά έναντι του 2005 (2,9%), εξακολουθεί όμως να υπερτερεί από το μέσο ευρωπαϊκό (2,1%), καθώς συνδέεται με την υψηλότερη επιχειρηματικότητα αρχικών σταδίων.

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος του GEM, διεξάγεται μία ακόμα συμπληρωματική εμπειρική εργασία από το ΙΟΒΕ. Πρόκειται για τη συλλογή μιας σειράς ποιοτικών στοιχείων μέσω δομημένου ερωτηματολογίου από ειδικούς εμπειρογνώμονες σε διάφορες διαστάσεις του φαινομένου της επιχειρηματικότητας που έχουν προσεκτικά επιλεχθεί ώστε να συνεισφέρουν και με τις δικές τους εκτιμήσεις στην πιο ολοκληρωμένη μελέτη της επιχειρηματικότητας.

Σύμφωνα λοιπόν με την άποψη των «ειδικών», οι επιδόσεις της Ελλάδας στις 18 επιμέρους περιοχές που χαρακτηρίζουν το εθνικό επιχειρηματικό περιβάλλον δεν είναι ικανοποιητικές. Αν και η επιχειρηματικότητα αρχικών σταδίων έχει παρουσιάσει σταθερή αύξηση τα προηγούμενα έτη, σύμφωνα με τις σχετικές μετρήσεις στον πληθυσμό, οι ειδικοί παραμένουν το ίδιο ή και περισσότερο αρνητικοί και απαισιόδοξοι για την κατάσταση στην Ελλάδα στις περισσότερες διαστάσεις του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.

Συνοπτικά, οι Έλληνες ειδικοί φαίνεται να πιστεύουν στις επιχειρηματικές ικανότητες του πληθυσμού και θεωρούν ότι υπάρχει μια κουλτούρα που βοηθάει την επιχειρηματικότητα. Ταυτόχρονα οι υπάρχουσες βασικές υποδομές διευκολύνουν την εκδήλωση επιχειρηματικότητας, ενώ τα εμπόδια εισόδου στις αγορές είναι σχετικά περιορισμένα. Στις περιοχές αυτές οι επιδόσεις της Ελλάδας κινούνται σε επίπεδα που βρίσκονται τουλάχιστον κοντά στους παγκόσμιους ή ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Από την άλλη πλευρά, σε όλες τις υπόλοιπες περιοχές, η Ελλάδα καταλαμβάνει πολύ χαμηλότερες θέσεις, με δυσμενέστερη την περιοχή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης-κατάρτισης, όπου κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις παγκοσμίως. Επίσης οι ειδικοί φαίνεται να «καταδικάζουν» εκτός από το εκπαιδευτικό σύστημα και τη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, ενώ συγκλίνουν με την άποψη του πληθυσμού για περιορισμένες επιχειρηματικές ευκαιρίες στο ελληνικό περιβάλλον.

Τα αποτελέσματα συγκλίνουν γενικά στα αντίστοιχα ποσοτικά στοιχεία που καταγράφονται σε διάφορες διεθνείς εκθέσεις που μελετούν το ελληνικό επιχειρηματικό περιβάλλον όπως το Doing Business της World Bank, όπου σημειώνεται ότι η έναρξη μιας επιχείρησης απαιτεί τον υπερδιπλάσιο χρόνο στην Ελλάδα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, πενταπλάσιο ποσό χρημάτων και τριπλάσιες διαδικασίες, κατατάσσοντας την Ελλάδα σε πολύ χαμηλές θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης.

 

Προσδιοριστικοί παράγοντες της Επιχειρηματικότητας στο franchising

Οι επιχειρηματίες μπορούν ανάμεσα στα άλλα καθήκοντά τους να ασκούν και το management της επιχείρησής τους, όμως με την εμπλοκή στην καθημερινότητα της επιχείρησής του, ο επιχειρηματίας χάνει την επιχειρηματικότητά του και εκτρέπεται από το κύριο καθήκον του που είναι η αναζήτηση της καινοτόμου ευκαιρίας για περαιτέρω ανάπτυξη. Οι λιτές δομές των μητρικών εταιρειών και η αποκέντρωση του franchising απελευθερώνει τον δικαιοπάροχο από τον όγκο της καθημερινότητας, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις ανάγκες της αγοράς.

Η διαρκής ανανέωση της επιχείρησης αποτελεί πρωτίστως ευθύνη και καθήκον του επιχειρηματία, και κατά δεύτερον αρμοδιότητα όλων των εργαζομένων. Το franchising ενθαρρύνει και στηρίζει τις πρωτοβουλίες και την δημιουργικότητα των δικαιοδόχων. Στοχεύει στην ενίσχυση της ιδέας της επιχειρηματικότητας, ενθαρρύνοντας τους δικαιοδόχους να προτείνουν αλλαγές που αναζωογονούν το εκάστοτε δίκτυο, καθιστώντας ‘το ανταγωνιστικό, ευέλικτο και καινοτόμο.

Ταυτόχρονα ο δικαιοπάροχος δεν προσκολλάται στην επιχείρηση που ιδρύει και αναζητά διαρκώς τρόπους διεξόδου στη δημιουργικότητά του και νέες ευκαιρίες για να μεγαλώσει την αλυσίδα του, να την επεκτείνει και να την κρατά ανταγωνιστική.

Κατ’ αυτή τη λογική, ο δικαιοπάροχος οφείλει να επιλέξει τους καλύτερους δικαιοδόχους για να επιτύχει την απρόσκοπτη λειτουργία της αλυσίδας του, να δημιουργήσει και διασφαλίσει ένα περιβάλλον διάχυσης της πληροφορίας, ενθάρρυνσης της πρωτοβουλίας, μεγέθυνσης της γνώσης και ανάπτυξης της καινοτομίας, παρέχοντας στους συνεργάτες του αξιόλογες οικονομικές αποδόσεις.

Εκείνο που χαρακτηρίζει, επίσης, την επιχειρηματικότητα στο franchising είναι ότι το σύνολο του επιχειρηματικού κινδύνου κατανέμεται σε σημαντικό ποσοστό στους δικαιοδόχους, οι οποίοι καλούνται – κυρίως σε νέα συστήματα – να διακινδυνεύσουν μαζί με τον επιχειρηματία, συμμετέχοντας βεβαίως και στα ανάλογα οφέλη. Αν μη τι άλλο, ο δικαιοπάροχος «τολμά με τα λεφτά των άλλων» χωρίς όμως να τα διακυβεύει και η δυνατότητά του να βρει τους αναγκαίους πόρους θεωρείται βασικό στοιχείο της επιχειρηματικής ικανότητας του.

Ένα άλλο βασικό γνώρισμα της επιχειρηματικότητας στο franchising αφορά στην εξαιρετική ικανότητα του δικαιοπαρόχου να μετασχηματίζει την αγορά, καινοτομώντας εκμεταλλευόμενος τόσο την γνώση και εμπειρία του δικτύου του, όσο και τις εξελίξεις της τεχνολογίας και της τεχνογνωσίας.

Ο σύγχρονος δικαιοπάροχος, κυνηγός της επιτυχίας, παγκόσμιος, επεκτεινόμενος, εξωστρεφής, επιζητά τον ανταγωνισμό, «μπαίνει» και μοιράζεται τον κίνδυνο. Χαρακτηρίζεται από καινοτομική αντίληψη, διάθεση ανάληψης κινδύνου, κυρίαρχο αίσθημα ανεξαρτησίας, αναζητά συνέχεια νέες ευκαιρίες, επιζητά αναγνώριση και αυτοπραγμάτωση.

Οι επιτυχημένοι δικαιοπάροχοι διακρίνονται για την ικανότητά τους να βλέπουν αυτά που δεν μπορούν να δουν οι άλλοι, και τα αξιοποιούν μέσω των μηχανισμών υλοποίησης που τους «διαθέτει’ το δίκτυό τους.

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ FRANCHISING

Βάση της εμπειρίας μας στην δημιουργία νέων ιδεών στο franchising και προσαρμόσαμε την κατηγοριοποίηση των Bruyat & Julien και συντάξαμε τέσσερα διαφορετικά αρχέτυπά της επιχειρηματικότητας, ανάλογα με την σχέση ανάμεσα στο άτομο και την ικανότητά του να δημιουργεί νέα αξία.

1.

Επιχειρηματική Αναπαραγωγή (reproduction) κατά την οποία υπάρχει πολύ μικρή παραγωγή νέας αξίας, χωρίς καινοτομία και με μικρή αλλαγή για τον επίδοξο δικαιοπάροχο.

Π.χ., μαθαίνει κάποιος πολύ καλά το franchising δίπλα σε έναν υφιστάμενο δικαιοπάροχο και αποφασίζει να δημιουργήσει το δικό τους δίκτυο, αποσπώντας, ενίοτε, και μερικούς δικαιοδόχους.

 2.

Επιχειρηματική Μίμηση (imitation) όπου, αν και δεν υπάρχει σημαντική παραγωγή νέας αξίας, ο επίδοξος δικαιοπάροχος επιδιώκει την αλλαγή μέσω της δημιουργίας σχέσεων, της απόκτησης τεχνογνωσίας κ.λπ., προκειμένου να ιδρύσει τη δική του αλυσίδα με αρκετό κίνδυνο και υψηλό κόστος μάθησης.

Π.χ., υψηλόβαθμο επιτυχημένο στέλεχος της μητρικής εταιρείας ξεκινά μια δική του αλυσίδα διαφορετικού ύφους και είδους.

3.

Επιχειρηματική Σταθερότητα (valorization) στην οποία υπάρχει σημαντική καινοτομία και δημιουργία νέας αξίας. Αυτή η δραστηριότητα αποδίδεται διεθνώς με τον όρο Employee Entrepreneurship και θεωρείται από τις πλέον επιτυχημένες μορφές νέων επιχειρήσεων γιατί στηρίζονται τόσο στην τεχνογνωσία, όσο και στην εμπειρία του ιδρυτή τους, ο οποίος θήτευσε ως μαθητευόμενος μέσα σε μια υφιστάμενη μονάδα (ουσιαστικά τη θερμοκοιτίδα του) που κάλυψε και το κόστος της μαθητείας του.

Π.χ., στέλεχος στο τμήμα έρευνας και ανάπτυξης ή γενικός διευθυντής ή διευθυντής ανάπτυξης ανακαλύπτει μια νέα ιδέα, προμηθευτή εξωτερικού, master concept... προς ίδιον όφελος, σε ένα πεδίο που γνωρίζει και τον εμπιστεύεται το κύκλωμα των δικαιοδόχων, πελατών, προμηθευτών, μελλοντικών συνεργατών κ.λπ.

4.

Επιχειρηματική Τόλμη (venture) που οδηγεί στην ίδρυση αλυσίδας, η επιτυχία της οποίας οδηγεί σε ριζικές αλλαγές στο περιβάλλον της αγοράς, μέσα από την καινοτομία και τη δημιουργία καινοτομικής αξίας.

Π.χ., σύμβουλος που διαθέτει εμπειρία, γνώση και διορατικότητα προσδιορίζει τα κενά και τις ευκαιρίες της αγοράς και ξεκινά το δικό του δίκτυο.

LET'S TALK FRANCHISE